Δεν θέλουμε ένα εθνικιστικό κίνημα όπου οι πολίτες θα αδιαφορούν η θα το παρακολουθούν έντρομοι
Και όταν δεν αδιαφορούν να το χρησιμοποιούν σύμφωνα με τις ανάγκες τους.
Θέλουμε ένα εθνικιστικό κίνημα που οι πολίτες θα το θαυμάζουν, θα συμμετέχουν, θα δημιουργούν και θα οραματίζονται ένα καλύτερο ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΥΡΙΟ μαζί μας

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2016

Ίων Δραγούμης: ΤΟ ΕΘΝΟΣ - ΟΙ ΤΑΞΕΙΣ - Ο ΕΝΑΣ


Το μικρό αυτό βιβλιαράκι ήταν ένα από εκείνα που το Ενιαίο Εθνικιστικό Κίνημα είχε εκδώσει και παρείχε στους εθνικιστές. Ο Κοινός Παρονομαστής το ψηφιοποίησε και το δημοσιεύει ολόκληρο, έτσι ώστε όσοι θέλουν να μπορούν να το διαβάσουν.


  "Ιων. Δραγούμης

Μέσα στόν κυκεώνα της ξένης ιδεολογικής προ­παγάνδας, καί τό παρακμιακό καί καλοζωϊσμένο πνευματικό χώρο της πατρίδος μας, παραμένουν παρηγκωνισμένες ανιδιοτελείς φυσιογνωμίες, οί ό­ποίες ταύτισαν «εγώ», καί «Ελλάδα», υπακούοντας στίς βαθύτερες τάσεις του εσωτερικού τους κόσμου.
Ό "Ιων Δραγούμης γεννήθηκε τό 1878 στήν Αθήνα, ή οποία έφερε έντονα τά ίχνη της έθνικοαπελευθερωτικής επαναστάσεως του 1821.
Ό εθνικισμός, ως βίωμα καί τρόπος ζωής μά καί θανάτου, ώς κοσμοθεωρία μά.καί βιοθεωρία, ξεπήδη­σε από μέσα του ασυγκράτητος καί ασυμβίβαστος καθορίζοντας ολοκληρωτικά τήν ζωή του.

Ή αποτυχία του '97, ή επιβίωση τής ηττοπά­θειας, ή τακτική τής μοιρολατρικής καί δουλοπρεπούς «άψόγου στάσεως», ό γραικυλισμός τών Ελλή­νων, ή θλιβερή μεγαλοπρέπεια τής γύμνιας του νεοελληνικού κράτους συνετέλεσαν στήν συνειδη-τοποίησι καί ένεργοποίησί του. «Δουλεύοντας γιά τον Ελληνισμό, έλεγε, δουλεύω γιά τόν Ελληνισμό μου, δουλεύω γιά νά νιώσω καλλίτερα τόν εαυτό μου».

Διορίζεται προξενικός υπάλληλος στό Μοναστή­ρι (1902), στίς Σέρρες, Πύργο, Φιλιππούπολι Βουλγαρίας (1904), Αλεξάνδρεια (1905). Αρχίζει τήν εθνικιστική όργάνωσι των Ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας μέ τή σύμπραξι του Π. Μελα καί του πατέρα του Στέφανου.
Ή άντίδρασις από τήν Αθήνα ήταν εύλογη, συνοψιζόμενη στά έξης:
«Μην ξεστομίζεις λέξι, μήν κουνηθείς, μην γέννησης ζήτημα γιά τήν ελληνική κυβέρνησι».

Ό Δραγούμης όμως αδέσμευτος στίς ενέργειες του από κάθε είδους δυνάμεις, παρά μόνο από τό δράμα της μεγάλης πατρίδος, διακρίνει αυτομάτως τίς έννοιες «έθνος» καί «κράτος». «Τό κράτος δέν έγινε γιά τό κράτος. Τό κράτος δέν είναι αυτοσκοπός. Είναι μέσον γιά τήν έξυπηρέτησι των εθνικών αναγκών».
Τό 1907 έρχεται στήν πρεσβεία της Κων/λεως. Τά ερείπια της παλιάς δόξας συσχετιζόμενα μέ τό στενόμυαλο πνεύμα καί τήν αδιαφορία των Έλλαδιτών συντελούν στό ξέσπασμα της ψυχής του, ή οποία δονείται άπό τόν πόνο, τήν άγανάκτησι καί τή σιχαμάρα.

«"Ελληνες ελεεινοί σας συχαίνομαι. Μπαίνω στήν Πόλη μέ ρωσικό πλοίο. Μέ τί άλλο θά μπορούσα νά μπώ στήν Πόλη γιά νά νιώσω τελειωτικά τό ταπείνωμά μου».

Ό Δραγούμης ήταν δημοτικιστής. ' Αλλά ό δημοτικισμός του δέν απέρρεε άπό κοινωνιολογικές αναγκαιότητες καί ιστορικές νομοτέλειες, ούτε απέβλεπε στήν προπαγάνδισι ανατρε­πτικών καί ξενόφερτων ιδεών, οί όποιες είχαν καί έχουν σκοπό τόν καταστροφικό γιά τό έθνος ταξικό πόλεμο. Ό δημοτικισμός του αγνός, έντιμος, ειλι­κρινής, απέβλεπε αποκλειστικά στό ξύπνημα των ναρκωμένων εθνικών συνειδήσεων.
Ό Δραγούμης πίστευε στήν ευεργετική δύναμι τής παραδόσεως.
«Είτε τά θυμάται κανείς τά περασμένα, είτε δέν τά θυμάται, τά έχει μέσα του κληρονομημένα καί αυτά τον ορίζουν. Άλλα στόν κύκλο περιορισμένοι πού μας όρισαν οί πεθαμένοι μας καί ξεχάνοντάς τους έπειτα γινόμαστε ελεύθεροι νά κινηθούμε καί νά κάνουμε πράξεις».
Δηλ. ισορροπία παραδόσεως — Δημιουργικής ανα­νεώσεως.
Ό Δραγούμης επεσήμανε τήν ανάγκη νά συγκερασθή ή ελληνική παράδοσι μέ τά κοινωνικά προ­βλήματα του παρόντος. "Οσον άφορα τόν σοσιαλι­στικό παράδεισο, λαμβάνοντας αφορμή από τό βι­βλίο του Σκληρού λέει:

«Τί λέτε; Νά δεϊτε ξαφνικά τό ελληνικό βασίλειο νά μεταμορφωθεί μονομιάς σέ Κάτω Χώρες. Θά πίναμε όλοι πολλή μπύρα, θά τρώγαμε λαχαναρμιά καί μπόλικα λουκάνικα καί έπειτα θά έβαίναμεν πρός τήν... πρόοδον.
Ουφ λίγο αέρα, γιατί σκάνω.
Ουκ έπ' άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος κ. Σκληρέ.
Στήν έρώτησι εάν είναι κοινωνιστής, ανθρωπι­στής, μέ τά όποια βαυκαλίζονταν οί διανοούμενοι τής εποχής είπε:
«Τό ζήτημα είναι νά νιώσης τήν ανθρωπότητα καί γιά νά τήν νιώσης, πρέπει νά έχεις νιώσει τόν εαυτό σου, τήν πατρίδα, τό έθνος, τήν κληρονομικότητα, τήν καταγωγή σου».

Κατά τόν Α' Βαλκανικό πόλεμο λαμβάνει μέρος σάν απλός δεκανέας καί μαζί μέ τόν Δούσμανη καί τόν Μεταξά διαπραγματεύθηκε τήν παράδοσι της Θεσσαλονίκης.
Τό 1914 πήγε σάν επιτετραμμένος στίς πρεσβείες Πετρουπόλεως, Βιέννης, Βερολίνου καί αργότερα πρεσβευτής στήν Πετρούπολη.
Τό 1915 παραιτείται καί εκλέγεται ανεξάρτητος βουλευτής Φλωρίνης. Τό 1916 εκδίδει τό περιοδικό «' Η πολιτική έπιθεώρησις» στό όποιο κατέκρινε τήν έπέμβασι των συμμάχων στά εσωτερικά της fΕλλά­δος. ' Ως έκ τούτου τό επόμενο έτος έξωρίσθη στήν Κορσική. Ή απάντηση του ήταν: 
«Δέν μέ τρομάζει ή βία αυτή, ούτε μου αλλάζει τά μυαλά, τό μόνο πού πέτυχαν είναι ότι σφυρηλατήθηκα καί  έγινα πιό σκληρός, πιό αποφασιστικός, πιό δυνατός».

Μία απάντηση ή οποία ισχύει διαχρονικά καί απευθύνεται άπό τούς εκάστοτε ρωμαλέους ηθικά καί συνηδειτοποιημένους ιδεολογικά εθνικιστές. 
«Είμαι ένας κόκκος διαφορετικός άπό τούς περισσο­τέρους άλλους κόκκους, πιό πέτρινος, πιό άδιάλυτος καί άλιωτος, γι' αυτό θά κάμω κάτι. Μ’ αρέσει αυτούς τούς κομπογιαννΐτες πολιτικούς νά τούς έχω πάντα μακρύτερα καί νικημένους».


Πίστευε στο νόμο τής επιλογής καί ότι ή σχέσις αρχηγού καί λαού δέν καθορίζεται άπό τήν αξία τής ψήφου. Πίστευε δηλ. ότι σέ κάθε καιρό, μέ κάθε λογής ανθρώπους, μπορούν νά γίνουν όλα, άρκεΐ νά βρίσκωνται μεταξύ τους μερικοί διαλεχτοί, πού νά είναι αρκετά δυνατοί, όσο χρειάζεται γιά νά κάμουν ότι έθεσαν σκοπό νά κάμουν.
Τό 1920 ό Δραγούμης συλλαμβάνεται άπό τούς άνδρες του Γύπαρη καί δολοφονείται στήν οδό Βασ. Σοφίας.
"Επεσε χωρίς νά εκλιπαρήσει, γνωρίζοντας ότι μέ τόν θάνατο του εκπληρώνει μία ύποχρέωσι πρός τήν πατρίδα καί τόν εαυτό του. "Αλλως τε τό είχε προβλέψει μέ τήν γνωστή διορατικότητα του: «Ό Θάνατος, θά έρθη στόν καιρό του. Δεν θά φοβηθή ό εξαιρετικός νά παίζει τήν ζωή του τολμηρά, νά σκορπίση τά πλούτη του, νά άποκαή. "Ας έρθουν, όσοι θέλουν, νά τόν σκοτώσουν! Μά ό Χάρος, άς έρθη σέ ώρα πλούτου, σέ ώρα μουσικής καί όχι σέ ώρα φτώχιας καί κακομοιριάς. "Εναν μονάχα θάνατο καταλαβαίνει όμορφο, τόν θάνατο του πολεμιστή πάνω στή μάχη».

ΤΟ ΕΘΝΟΣ — ΟΙ ΤΑΞΕΙΣ — Ο ΕΝΑΣ  

ΑΠΟ τότε πού διάβαζα τό βιβλιαράκι πού επι­γράφεται «Τό Κοινωνικόν μας ζήτημα» μου ήρθε νά αποκριθώ εύτύς, γιατί χοροπηδούσε μέσα μου πολλή άντιλογία.
"Οχι πώς δέ λέει σωστά πράματα, μπορεί μάλιστα ολάκερο νά είναι σωστό καί λογικό. ' Αλλά κάτι έχει όλο τό σύστημα του κ. Σκληρού, πού δέν έρχεται στήν ιδιοσυγκρασία μου. Τό κάτω της γραφής, κάθε φιλοσοφικό σύστημα είναι αποτέλεσμα χωριστής ιδιοσυγκρασίας.
Καί ό Σκληρός, όπως ό κάθε άνθρωπος, είναι ψυχολογικό φαινόμενο. Καί έγώ τό ίδιο. Θά έπρεπε νά βρεθή κάποιος έξω άπό τόν τόπο καί τό χρόνο, γιά νά μας ζυγίση όλους καί νά μας κρίνη. "Εχουμε ό καθένας μας διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, ψυχολο­γίες, ή 'ίσως, καλύτερα, είμαστε διαφορετικές ιδιοσυ­γκρασίες, ψυχολογικά φαινόμενα, φιλοσοφικά συ­στήματα. Τόν κ. Σκληρό, άς πούμε, τόν έχει ρουφήξει ή ψιλόλογη επιστήμη, εμένα ή πολύμορφη, ή πλού­σια ζωή.
  
Γιά νά νιώσης τή φιλοσοφία ενός ανθρώπου, πρέπει πρώτα νά μελετήσης τά προηγούμενα, δηλαδή τόν άνθρωπο, τό ψυχολογικό φαινόμενο.
Καί συμπέρασμα: όλων οί αντιλήψεις είναι σω­στές γιατί είναι αναγκαίες καί κανενός αντίλη­ψη δέν είναι πιό σωστή.
Καί δέ θ' απαντούσα τίποτα στό βιβλιαράκι εκείνο, άν δέν έβγαιναν παραμορφωτές του σάν τόν κ. Π. Βασιλικό.
"Εχει πολλά προτερήματα τό βιβλιαράκι. Είναι χυμένο σ' ένα σύστημα, έχει ενότητα καί πάστρα καί γυρεύει νά ταιριάξη τήν τωρινή ελλαδική κοι­νωνία (μεταχειρίζομαι τή λέξη ελλαδική ή έλλαδίτικη κι όχι ελληνική, ή διάκριση αυτή θά μας χρειαστή παραπέρα) σ' ένα κοινωνιολογικό σύστημα, γερμανικό, υποθέτω. "Ισως τό σύστημα είναι όμορφο, συμμετρικό, ευχάριστο, αλλά πάντα σύστημα μένει, δηλαδή θά άφήνη καί κάποιο έξω, θά 'χη καί τά στραβά του.

' Εγώ δέ γνώρισα τόν 'Έγελο, οΰτε έμαθα τί πάει νά πή δ ι α λ ε χ τ ι κ ή καί μεταφυσική μέθοδο. Είμαι πραχτικός άνθρωπος. Ρωμιός, τουρκομερίτης, ραγιάς, καταγίνομαι σέ πολιτικά, εδώ στήν τούρκικη Ελλάδα, πού δέν καταδέχτηκε νά στοχαστή γι' αυτήν ό κ. Σκληρός. "Ισως έμας δέ μας καταφρόνεσε, γιατί δέ θά μας γνωρίζη, αλλά περιγέλασε κείνους άπό τούς Έλλαδίτες, πού καταγίνουνται μέ μας.
"Ολα αυτά τά ονομάζει Μεγάλη Ιδέα!

Τό βιβλιαράκι του κ. Σκληρού τό έκρινε αρκετά καλά ό Ραμάς καί συμφωνώ μαζί του σέ πολλά, όπως σέ τοΰτο:
 ότι ό ανοιχτός καί άγριος πόλεμος αναμε­ταξύ μιά κοινωνική τάξη καί μιάν άλλη είναι σημάδι πώς διαλύνεται μιά κοινωνία, άφοϋ δέν μπορούν οί τάξεις αυτές νά βρουν πιά κανέναν τρόπο γιά νά ταιριάξουν καί νά ζήσουν μαζί, αφού αδιάκοπα σάν εχτροί μαλλιοτραβιοϋνται, ένώ μπορούσαν φιλικά νά ξεδιαλύσουν τούς λογαριασμούς τους, άφού στά άτομα δέν αρέσει σ' άλλο τίποτα νά καταγίνουνται παρά στόν ξετσίπωτο κομματικό, κοινωνικό πόλεμο μεταξύ τους. Ό κ. Σκληρός άναφέρνει τή Γαλλία, άπό τήν Επανάσταση καί δώθε. Μά καί πρίν βρίσκονταν τάξεις στή Γαλλία (όπως καί στήν Αγγλία ήταν καί είναι), πού ζούσαν μ' έναν ανταγω­νισμό αναμεταξύ τους, φυσικό κι όχι υπερβολικό, καί μέ μιάν αλληλεγγύη   τέλεια.
Κοινωνικές τάξεις θά βρίσκωνται πάντα στή γη επάνω, άλλου πιό ξεχωρισμένες ή μιά άπό τήν άλλην, άλλου λιγότερο ξεχωριστές, καί πότε θά παλεύουν λιγότερο αναμεταξύ τους, πότε περισσότερο, πότε καί καθόλου, γιατί θά έχουνε φτάσει σέ μιάν ισορρο­πία (αλληλεγγύη φρόνιμη καί σοφή) πού δικαιώματα καί χρέη θά είναι κανονισμένα καί θά εμποδίζουν τά άλληλοφαγώματα. Είναι καιροί πού ξεσπάζουν πάλι καί μαλλώνουν άγρια οί τάξεις μεταξύ τους (καί μέ τουφέκια καί δίχως τουφέκια), είναι καί καιροί πού μαλλώνουν ατελείωτα καί δέν μπορούν νά  βρούνε ισορροπία. Αυτοί είναι οί καιροί της κοινωνικής αρρώστιας. Κι άπό τίς τάξεις όλες άλλες διοικούν κι άλλες ύποτάζονται καί κάποτε τούτες ρίχνουνε κάτου τίς άλλες καί διοικούν αυτές.


Αυτά δέν είναι καινούργια πράματα, οϋτε αξιο­θαύμαστα. Πάντα έτσι ήταν στίς κοινωνίες καί θά είναι.
Καί σέ τούτο συμφωνώ μέ τό Ραμά, ότι ή κοινωνιολογία είναι μπερδεμένη ακόμα, πολύπλοκη, όχι καλά μελετημένη επιστήμη, ώστε τά συμπερά­σματα της δέν μπορούν οϋτε πρέπει νά βγαίνουν σέ φετφάδες. Πολλά, πάρα πολλά στοιχεία των κοινω­νιών έχουν νά μελετηθούν ακόμα.
Συμφωνώ μέ τό Ραμα καί σ' ένα άλλο, ότι ξέχασε ό Σκληρός τόν αγρότη. Άλλά θύμωσε ό Π. Βασιλικός, πού ό Ραμάς είπε τή γνώμη του ευσυνεί­δητα, καί ξεσπάθωσε καί χτύπησε δεξιά καί χτύπησε ζερβιά καί άφρισε, έβγαλε φλόγες άπό τό στόμα του, πυροβόλησε στόν αέρα, γιά νά υποστήριξη κάποιον Μαρξ, όπως θά ' κανε κανένας κομματάρχης γιά τόν Μερκούρη.

Μας ερμηνεύει λοιπόν, αυτό, τό τί θά πή έ ξ έ λ ι ξ η καί πρόοδο. Μά καί πάλι εγώ αισθάνομαι σάν τόν δισταχτικό τό Ραμά, πού δέν ξέρει καλά καλά, άν «εξέλιξη» καί «πρόοδο» είναι το ίδιο πράμα. Μά εγώ παθαίνω καί χειρότερα. Άπό μεγάλη μου στενομυαλιά, οϋτε τί θά πή τό καθένα χωριστά μπορώ νά νιώ­σω. Πρόοδο, προβαίνει κανένας ή κάτι, κατά κά­ποιο σημάδι; Τί είναι αυτό τό σημάδι; Άραγε μήν πάη νά πή προκοπή; "Η μήπως κι όταν πάη νά χαντακωθή κανένας, κι αυτό τό λένε πρόοδο; Καί γιατί νά μήν τό λένε έτσι, άφοϋ είναι πρόοδο νά χαντακώνεται ή Γαλλία, όπως χαντακώνεται; Καί ή λέξη «εξέλιξη» ξέρω, πώς πάει νά πή επάνω κάτω αλλαγή. Τήν ανακάλυψαν οί "Αγγλοι σοφοί του καιρού μας, γιά νά εκφράσουν τίς λογικές παραδοξο­λογίες τους, πού μπορεί νά είναι λιγάκι αλήθειες καί λιγάκι ψευτιές.
Ό Βασιλικός μέ τρομερή φούρια ξεσηκώθηκε, άνασκουμπώθηκε καί ξεσπάθωσε. Η ριζοσπαστική του αυτή επαναστατική φούρια άξιζε καλύτερο περι­εχόμενο. "Αν καί δέν ξέρω. Ό ριζοσπάστης αυτός, μόλις έφτασε νά ξεστομίση, τή λέξη «επανάσταση», βιάστηκε νά βάλη άποκάτω μιά σημειωσούλα, γιά νά όρμηνέψη τόν κατατρομαγμένο κοσμάκη, πώς επα­νάσταση δέ θά πή ν' άδράξη ό λαός τά τουφέκια παρά έχει τή «νεώτερη κοινωνική της σημασία» (;).

"Αν δέν έβαζε αυτή τήν εξήγηση, πολλά μπορού­σε νά ύποθέση ό κ. Εισαγγελέας καί νά τόνε χώση άξαφνα μέσα.
Καί ίσαμε κει δέν πήγαινε τό θάρρος του κ. Βασιλικού.
Αραδιάζει έπειτα πολλά ό κ. Βασιλικός, βρίζει τούς Ρωμιούς, γιατί δέν έχουν όρεξη νά φαν πολύ, τίς Ρωμιές, γιατί δέν γίνονται όλες φοιτήτριες νά τρέ­ξουν στίς Εύρώπες, γυρεύει σιδηροδρόμους, τραμ, ηλεκτρικά καί δέν ξέρω τί άλλο. Γνώρισε τούς βαλκανικούς λαούς καί τούς βρήκε καλύτερους άπό μας (πιό «προοδευτικούς» βέβαια), γιατί έχουνε μέσα στίς Σκουψίνες καί Σομπράνιες τους μερικούς ψευτοσοσιαλιστές, ψευτοριζοσπάστες, ψευτοφιλελευθέρους, πού δέν ξέρουν τί τούς γίνεται καί μέ λίγα χρήματα ή λίγο κνούτι ακολουθούν όποιον καί νάναι... 

Δέ βλέπω τίποτα άξιο νά ενθουσίαση κανέναν αύτοϋ μέσα. Δέν είμαι κακόπιστος, όχι ξέρω τί θέλετε νά πήτε, ξέρω πώς άπό τόν πόλεμο αναμεταξύ στίς κοινωνικές τάξεις προσμένετε τήν αναγέννηση τής μικρής Ελλάδας. Αυτό Ισως — μ' όλη τή μικρότητα μου — μπορούσε νά ενθουσίαση κανένα. Τί λέτε; Νά δήτε άξαφνα τό  Ελληνικό Βασίλειο νά μεταμορφωθή μονομιάς σέ Κάτω Χώρες. Θά πίναμε όλοι πολλή μπύρα, θά τρώγαμε λαχαναρμιά καί λουκάνικα μπό­λικα, θά καπνίζαμε ηδονικά ολλανδέζικα χοντρά πούρα καί θά ζούσαμε μέ περίσσια «ευμάρεια». Δέ θά βρίσκονταν, πιά κρασάδες γιά νά τσιρίζουν καί νά κάνουν παράπονα στήν Κυβέρνηση, οϋτε νά ταρά­ζουν τήν ησυχία του κ. Βασιλικού, γιατί θά είχαν πνιγή άπό τούς μπυράδες.
—        Κι έπειτα;...
—        "Ε, έπειτα «θά έβαίνωμεν πρός τήν... Πρόοδον».
—        Οϋφ! Λίγο καθαρόν αέρα, γιατί σκάνω!
Θά μιλήσω λίγο σοβαρά μέ τόν κ. Σκληρό, πού τόν εκτιμώ γιά τό καθάριο μυαλό του καί τήν ησυχία πού συζητεί όλα καί καθίζει στό καθετί τό σύστημα του. Θά τόν ήθελα μονάχα λιγάκι πιό άνθρωπο σωστό καί λιγότερο σκλάβο της επιστήμης. Σέ κανενός τίς θεωρίες ό άνθρωπος δέν ταιριάζει νά σκλαβώνεται, οϋτε στίς δικές του. Καί τής επιστήμης υπάρχουν σύ­νορα. Πρέπει νά τά βλέπη ό αληθινά σοφός. Από τά λόγια μου αυτά καταλαβαίνει ό αναγνώστης, πώς δέ μου πολυαρέσουν οί θεωρίες καί τά συστήματα, οϋτε καί σαστίζω μπροστά στήν επιστήμη, οϋτε ξιπάζομαι όπως τά 999/1000 των συγκαιρινών μου Ευρωπαίων. Τήν επιστήμη δέν τήν πολυπιστεύω καί ή υπερβολι­κή πίστη του κόσμου σ' αυτήν μου φαίνεται έμενα σάν καμμιά αρρώστια του καιρού μας, ίσως σύμπτω­μα κι αυτό ξεπεσμού μερικών λαών της Ευρώπης. Τό επιστημονικό πνεύμα, άφού ξαπλώθηκε στους αρχαί­ους λαούς, τούς έφαγε. Νά δούμε εμάς τί θά μας κάμη.

Μου φαίνεται πώς φρόνιμο θά ήταν νά βάζαμε κάποια σύνορα εμείς οί πολλοί νά ζούμε καί νά συλλογιζόμαστε ολότελα έξω άπό τή μολυσμένη ατμόσφαιρα της επιστήμης, όσο γιά τούς επιστή­μονες, αυτοί νά κρατούν τήν επιστήμη γιά τόν εαυτό τους καί ό,τι χρειαζόμαστε άπ' αυτούς τούς τό γυρεύουμε.  Ενώ αυτοί έχουν τώρα πλημμυρίσει τόν κόσμο.
Θά μού πή βέβαια ό κ. Σκληρός, «Καί λοιπόν δέν παραδέχεσαι, πώς θά φανερωθούν καί στήν Ελλάδα πόλεμοι άγριοι μιά μέρα ανάμεσα στίς κοινωνικές τάξεις»;
Καί θά τού αποκριθώ:
 «Είμαι κ. Σκληρέ, πολιτι­κός. Εμείς οί πολιτικοί πηγαίνουμε σύμφωνα μέ τίς περίστασες, δηλαδή βλέποντας καί κάνοντας. O καλός πολιτικός, μέ τό δυνατό ψυχολογικό του μάτι, προβλέπει πολλά πού είναι νά γίνουν καί προετοιμά­ζεται νά τά δεχτή, νά τά διόρθωση όσο μπορεί, νά τά μπαλώση προσωρινά, νά τά ξεριζώση τελειωτικά, αν μπορή καί είναι ανάγκη, νά τά σπρώξη νά μεγαλώ­σουν, νά δυναμώσουν, νά πάρουνε δρόμο, άν κρίνη πώς έτσι πρέπει. Τί πράμα όμως κανονίζει όλες αυτές τίς πράξεις του; Πώς ξέρει καί διαγνώνει σέ κάθε περίσταση τί πρέπει; "Αν είναι πολιτικός, όπως χρειάζονται τά κράτη, θά έχη νόμο απαράβατο καί σταθερό τό αυστηρό πολιτικό συμφέρο του κράτους, δηλαδή τήν αύτοσυντηρησία του κράτους καί τή νίκη τής εθνικής ζωής, ας είναι καί εις βάρος άλλων κρατών. Αυτό ήθελαν νά πουν καί οί Ρωμαίοι — καί οί μεγάλοι πολιτικοί — μέ τό Salus populi supprema lex esto. ' Αλλά πρόσεχε δω, κύριε Σκληρέ, εδώ είναι ό κόμπος. Πρέπει λοιπόν νά θυσιαστούν τά συμφέρο­ντα τής κάθε τάξης; Οί προλετάριοι πρέπει νά αρρωστήσουν, νά μείνουν δίχως ψωμί καί γυμνοί, χωρίς σπίτια, νά χαντακωθούν, νά χαθούν ολότελα, νά πεθάνουν; (Βλέπω δάκρυα στά μάτια σου, κ. Σκληρέ, γιατί; Μήν είσαι καί σύ σπλαχνικός, φιλάν­θρωπος, μαλακός; — καί τότε είσαι καθαυτού του καιρού μας φαινόμενο, ή μήπως, επειδή παίρνω άλλη βάση στίς σκέψεις μου άπό σένα, λυπήθηκες, πού σέ βγάζω άπό τό σύστημα σου;).
Ναί, άν είναι ανάγκη νά ζήσουν έτσι οί εργάτες, άν τό κράτος έχη γενικότερες δουλειές νά κοιτάξη, άν δέν είναι σοβαρός κίνδυνος γιά τό κράτος — άς ζήσουν ακόμα έτσι. "Αν πάλε είναι νά σηκωθούν, άς κάμουν τό σηκωμό τους καί θά πάρουν μέ τό «έτσι τό θέλω» άλλο κανένα κόκαλο γιά νά ζήσουν. "Αν ό σηκωμός αυτός καταντήση μεγάλος, σάν τή γαλλική επανάσταση, θά άλλάξη ή τάξη πού κυβερνά καί θά 'ρθη νά κυβέρνηση άλλη τάξη. Αυτό όμως δέ μ' ενδιαφέρει. "Οποια τάξη κι άν θέλη, άς έρθη άν μπορή, νά κυβερνήση σύμφωνα μέ τά συμφέροντα της καί τά ιδανικά της. Φτάνει τό κράτος νά ζή, να στέκεται στά πόδια του, νά μπορή νά έχη τή θέση του ανάμεσα στά τόσα άλλα κράτη.

Κάθε τάξη πού κυβερνά ένα κράτος πρέπει μεταξύ στά ιδανικά της (στίς φαντασίες της, νά πούμε) νά έχη καί τήν εικόνα τοΰ κράτους, τή συνείδηση, πώς κατιτί κοινό έχουν όλοι όσοι κάνουν τό κράτος καί όλες οί τάξεις τής κοινωνίας καί ότι καί οί άλλες τάξεις, μ' όλες τους τίς διαφορές, έχουν κάποια κοινά αισθήματα, κοινές ιδέες, κοινές παράδοσες, κοινά συμφέροντα, κοινές ανάγκες καί τή μεγάλη ανάγκη τής αλληλεγγύης αναμεταξύ τους. Δέν μπορεί νά τά παραγνώριση αυτά ή τάξη πού κυβερνά, γιατί αλλιώς δέ στέκεται.

Ή διαφορά μεταξύ σ' εσένα, κ. Σκληρέ, καί στους δημοτικιστές μπορεί νά είναι, καθώς λές, πώς τούτοι είναι μεταφυσικοί, ένώ σύ είσαι δ ι α λ ε χ τ ι-κ ό ς (όπως λέγει ό 'Έγελος). ' Αλλά ή διαφορά μετα­ξύ τών δυονών μας είναι, κ. Σκληρέ, ότι σύ ταράζεσαι πάρα πολύ μέ τά συμφέροντα μιας τάξης ή καί δυό καί μέ τά μαλλιοτραβήγματά τους — ίσως είσαι καί σύ σπλαχνικός χωρίς νά τό πολυνιώθεις (ή υπερβο­λική ψυχοπονιά είναι κι αυτή σημάδι του καιρού μας) — ένώ ό αληθινά σκληρός είμαι έγώ, ό πολιτικός, πού δέ μέ ταράζουν, άν καί τά βλέπω τά μαλλιοτρα­βήγματά άπό τάξη σέ τάξη είτε άπό άτομο σέ άτομο καί κοιτάζω πρό πάντων τή ζωή τού "Εθνους. Τίς τάξεις τίς λογαριάζω κι αυτές, άφού κι αυτές είναι μέσα στό "Εθνος, άλλ' ούτε τόσο τίς ξεχωρίζω, όπως σύ, ούτε τίς επαναστάσεις τους τίς θεωρώ απαραίτη­τες, άφού ανταγωνισμός υπάρχει καί μπορεί ελεύτερα πάντα νά γίνεται. Σύ παίρνεις βάση καί άρχή γιά τις σκέψεις σου τίς κοινωνικές τάξεις.

Παίρνεις ένα μεγαλωτικό φακό καί ξεδιαλύνεις τούς οικονομικούς λόγους πού πλάθουνε τίς τάξεις. Καί άπ' αυτού προχωρείς καί βγάζεις συμπεράσματα λογικά καί σύμφωνα μέ τήν άρχή σου. Άλλ' ό φακός σου μεγαλώνει πάρα πολύ εκείνα πού μ’ επιμονή παρατηράς. Πιάνεις τά πλήθη καί χάνεσαι αυτού μέσα καί όλα άπό κει γυρεύεις νά τά βρής. Τή μεγάλη δύναμη, πού μιά εξαιρετική ιδιοφυΐα μπορεί νά μαζέψη στά χέρια της, δε
φαίνεσαι νά τή διακρίνης καλά, ούτε τήν υπερβολική σπρωξιά, πού μπορεί τήν κατάλληλη στιγμή νά δώση σ' ένα έθνος ολάκερο— όχι μονάχα σέ μιά τάξη — μιά ιδέα, καί όταν προέρχεται άπό τό στομάχι.

Έγώ γιά βάση τής σκέψης μου βάζω τό salus populi, τή σωτηρία, τή ζωή όλου τού έθνους πού μέ γέννησε. Αγαπώ όλες τίς τάξεις τού έθνους μου καί κάποτε δέν τίς ξεχωρίζω, τά παλέματα τών ατόμων, καθώς καί τών ομάδων, τής κοινωνίας μου δέν τά πολυλογαριάζω, παντού καί πάντα υπάρχουν. Δέ συλλογίζομαι συχνά τά στομαχικά συμφέροντα. Δέ λυπούμαι κείνους, πού μήν ξέροντας νά βρουν ψωμί πεθαίνουν άπό τήν πείνα. "Αξιος ό μισθός τους. "Ετσι δέ μέ πολυσκοτίζουν οϋτε οί άρρωστοι καί οί άρρώστειες τους. Πιστεύω πώς όταν ό ανταγωνισμός μεταξύ στίς τάξεις — πού υπάρχει πάντα — μπή στήν πρώτη γραμμή καί γίνη ή πρώτη φροντίδα καί σκέψη τών ανθρώπων ενός κράτους καί γίνη αυτό ιδανικό κιόλα, τό κράτος αυτό δέν είναι πιά γιά νά ζήση. Μπορεί τά έθνος νά έξακολουθή νά ζή, μά τό κράτος θά χαντακωθή. Πιστεύω καί τούτο, πώς μιά ιδέα, άμα καταφέρη ένας ή πολλοί νά τή βάλουν στό κεφάλι ενός έθνους, όχι μόνο δύσκολα βγαίνει, άλλά όσο υπάρχει μπορεί νά σπρώξη τό έθνος, νά άναποδογυρίση βουνά καί τά δικά του τά συμφέροντα τό κάθε άτομο γιά καιρό νά τά ξεχάση. Καί πιστεύω πώς ένας άνθρωπος μπορεί ν' άξίζη περισσότερο άπό τά πλή­θη των ανθρώπων, μ' αρέσει ό άνθρωπος, δέ μ' αρέ­σουνε τά πλήθη μέ τή χοντροκοπιά τους. "Εχουν βέ­βαια δύναμη τά πλήθη, άλλά καί ό ένας άνθρωπος έχει δύναμη πιό τρανή καί πιό όμορφη. Δέν πίστεψα ποτέ πώς οί μεγάλοι άνδρες έπεσαν άπό τόν ουρανό, είτε πώς ξέρουν «έξ άποκαλύψεως» μυστικά, πού δέν τά ξέρει τό πλήθος. Ξέρω καί πώς γιά νά βγή ένας Σαιξπήρος χρειάστηκε γιά έναν αιώνα οί δραματογράφοι καί θεατρίνοι νά πληθύνουν τόσο στήν ' Αγγλία, πού νά καταντήσουν τάξη καί προλετάριοι.

Σ' ένα άλλο νησί, μισοανεξάρτητο καί προνο­μιούχο, θέλει νά χώση τή μούρη του πάρα πολύ ένας Βεζύρης άπό τήν Πόλη καί οί κυβερνήτες τού νησιού δέν τούς αρέσει αυτό καί σηκώνουν τό νησί στό πόδι, γυρεύουνε βοήθεια άπό τούς αδελφούς τους, άπό την Ελλάδα καί ζητούν ένωση κι αυτοί.
"Ενα χωριό στή Θράκη (Τούρκικο Κράτος), φτωχό καί κακομοιριασμένο, πού μόλις μπορεί καί ζει μέ τήν ψωροκαλλιέργεια πού κάνει, ζητάει ωστόσο δάσκαλο καί σκολειό, γιατί οί γερόντοι θέλουν τά παιδιά τους νά μάθουνε γράμματα, σάν κάτι καλό τούς φαίνεται αυτό. Μά αυτοί δέν έχουν αρκετά χρήματα γιά νά πληρώνουν τό δάσκαλο, ούτε έχει περισσευούμενα νά τούς στείλη ή εκκλησιαστική άρχή. Λοιπόν παρακαλούν οί χωριάτες νά τούς σταλθούν άπό τήν Ελλάδα χρήματα. Κι αυτό τό κάνουν όχι ένα, όχι δυό, μόνο άπειρα χωριά.
"Ενα χωριό στή Μακεδονία (Τούρκικο Κρά­τος) τό βασανίζουνε συμμορίες βουλγάρικες, ή νά γίνη βουλγάρικο ή νά ξεσπιτωθή καί ν' άδειάση τόν τόπο, σκοτώνουνε κάθε χωρικό πού αντιστέκεται. Γυρεύει τό χωριό βοήθεια άπό τήν Ελλάδα, γιατί ή νόμιμη άρχή του, ό Τούρκος, δέν τό προστατεύει. Κι αυτό γίνεται όχι σ' ένα, όχι σέ δυό, μά σέ πεντακόσια χωριά.
Στήν "Ηπειρο (Τούρκικο Κράτος) τού 'ρχεται έξαφνα τού Σουλτάνου καί 100 ρωμαϊκά χωριά κεφαλοχώρια, τά κάνει τσιφλίκια δικά του καί λέει στους χωρικούς: «"Η θά γίνετε δουλοπάροικοι, σκλάβοι μου, ή νά ξεσπιτωθήτε καί άμέτε όπου θέλετε». Καί τά χωριά αυτά γράφουνε στόν Πατριάρ­χη απελπιστικά γράμματα, μά ό Πατριάρχης δέν έχει αρκετή δύναμη γιά νά πάρη πίσω τά χωριά. Πιάνουν λοιπόν κι αυτοί κάτω στήν ' Ελλάδα καί γυρεύουν προστασία.

Κάθε μέρα χωριά ελληνικά, άνθρωποι "Ελληνες, ελληνικές επαρχίες (κοινωνίες) στρέφουν κατά τήν Ελλάδα καί γυρεύουν προστασία, βοήθεια υποστή­ριξη καί στό τέλος ένωση.
Αυτά κ. Σκληρέ, δέν είναι μεγάλες ιδέες οϋτε μικρές. Είναι πραγματικότητες. Καί τότε ή μικρή "Ελλάδα, τό μικρό κράτος, πού μιλείτε γι αυτό σά νά' τανε τελειωτικό, τί πρέπει νά κάμη κατά τή γνώμη σας; Νά απάντηση τάχα στα ελληνικά χωριά, στους "Ελληνες: «Είστε ξένο κράτος, τί γυρεύετε άπό μένα; Σεις λέγεστε Τουρκιά, εγώ ' Ελλάδα, τά σύνορα μου δέν τά βλέπετε; Είναι ό Πηνειός καί ό "Αραχθος. Δέ σας γνωρίζω. Πηγαίνετε στους άρχοντες σας. Μή μας σκοτίζετε, εμάς εδώ πέρα, έχομε άλλες δουλειές, οι προλετάριοι γυρεύουν κι αυτοί ψωμί, ό Φαρδούλης φρενιάζει, τό κεφάλαιο δέν ακούει, ή βουρζουαζία κοιμάται».
"Ισως θά ήταν κι αυτό μιά πολιτική. Μά έλα πού παθαίνονται πολλοί στήν Ελλάδα, άμα μάθουν καμμιά τέτοια είδηση άπό κείνες πού περιγράφω. Μπορεί νά τούς όνομάση ό κ. Σκληρός μέ καταφρό­νια πατριώτες, όμως είναι γεγονός πώς κάποιοι κάπως ταράζονται. Καί μπορεί μιά μέρα νά σηκώ­σουν πολλούς στό πόδι.

"Ε! Τί σημαίνουν όλ' αυτά τά πράματα; Δέ σου φαίνεται, κ. Σκληρέ πώς σά νά λέγουν ότι αυτό τό μικρούτσικο Ελληνικό Κράτος, πού μας έφτιασαν οί ξένοι βασιλιάδες καί διπλωμάτες, δέν είναι φυσιολογικά φτιασμένο;. "Οτι πότε άπό δώ, πότε άπό κει, του μηνούν του κράτους αυτού τά εθνικά νεύρα, πώς μιάν άκρη τού έθνους παθαίνει πάλι, μιάν άλλη άκρη γυρεύει κάτι, μιάν άλλη πονεΐ, εκείνη χαίρεται, ετούτη στενοχωριέται; "Οτι στά τωρινά χρόνια τουλάχιστο ψέμα δέν είναι, δέν είναι ιδέα, παρά είναι αλήθεια ή ενότητα μιας φυλής; "Οτι ή ελληνική είναι μεγαλύτερη άπό τό  Ελληνικό τό Κράτος ότι, όσο δέν ενώνεται ή φυλή, κανένα κράτος ελληνικό δέ θά είναι τελειωτικό, οϋτε θά" χη ησυχία άπό «εξωτερικά ζητήματα»; "Οτι τά εξωτερικά ζητή­ματα τής Ελλάδας δέν είναι σάν τά εξωτερικά ζητήματα τής " Αγγλίας, άλλά είναι έ σ ω τ ε ρ ι κ ά ζητήματα; "Οτι ό κλεφτοπόλεμος τής Μακεδονίας είναι όμοια εσωτερικό ζήτημα, όπως είναι καί τά κινήματα των σταφιδοπαραγωγών του Πύργου καί οί τσαρλαταναρίες τού Φαρδούλη; "Οτι ό επιστήμονας πού πιάνει καί εξετάζει τήν Ελλάδα σάν κανένα Βέλγιο ή ' Ολλανδία ή "Αγγλία καί βγάζει συμπερά­σματα, ό επιστήμονας αυτός σέ δουλεύει επιστημο­νικά;

Λένε Μεγάλη Ιδέα τή φαντασία καί τήν ελπίδα, πώς θά άναστηθή μιά μέρα τό Βυζαντινό κράτος μέ πρωτεύουσα τήν Πόλη. "Ισως! "Αλλά Μεγάλη Ιδέα δέν είναι ότι μόνη ή Θράκη, όση απομένει στήν Τουρκιά, έχει μαζί μέ τήν Πόλη σχεδόν ένα εκατομ­μύριο "Ελληνες. Αυτά είναι αριθμοί. Τί θέλουν οί "Ελληνες αυτοί δέν ξέρω. Μά σεις, πού μιλείτε γιά τόσα γενικά εθνικά ζητήματα, δέ στοχαστήκατε πώς ίσως σας διαβάσουν καί μερικοί άπ’ αυτούς καί βλέποντας, πώς μικραίνετε, όσο μπορείτε, τά σύνορα του έθνους καί πώς μιλείτε γιά μιά μικρούτσικη Ελλάδα καί πώς μιλείτε σά νά' ταν τελειωμένη ή Ελλάδα καί νά μήν είχε νά σκεφθή πιά γιά τίποτε άλλο παρά γιά τούς προλεταρίους της — δέ στοχα­στήκατε, λέω, πώς ίσως τολμήσουν καί σας ρωτή­σουν:

 «"Ε, Καί μας τί μας έκαμες, τούς άλλους; Σέ ποιό κράτος θά είμαστε προλετάριοι ή διοικούσα τάξη; Που μας βάζεις; ποιος σου είπε πώς θ' άφήσωμε τήν  Ελλάδα ήσυχη εμείς νά γίνεται Βέλγιο τής Ανατολής; Εμείς τή χρειαζόμαστε γι άλλα, γιά τή ζωή μας, πού κιντυνεύει άπό εχτρούς, πού δέν τούς βλέπεις, επειδή βρίσκονται έξω άπό τά σύνορα του κράτους. Τή χρειαζόμαστε καί γιά νά καλυτερέ­ψουμε τήν τύχη μας. Πώς σύ ορίζεις τά πράματα χωρίς νά μας εξέτασης καί μας, νά δής τί είμαστε καί τί θέλουμε καί άπό τί παθαίνουμε καί πώς βλέπουμε τό κράτος τό ελληνικό; Τούς "Ελληνες άπό τήν Ελλάδα, πού σάν καί σένα στοχάζονται τήν Ελλά­δα ξετελειωμένο κράτος, ολοστρόγγυλο, σάν όλλαντέζικο τυρί, μέ σύνορα κι όλα τ' άλλα σημάδια ενός κράτους — σας ονομάζουμε εμείς Ελλαδικούς μέ κάποια καταφρόνια. Καί αυτό τό όνομα πού σας δίνουμε αποδείχνει, πώς ό τρόπος πού νιώθετε τήν Ελλάδα σεις δέν είναι αληθινός. Γιά νά σας δίνουμε αυτό τό παρατσούκλι, πάει νά πή, πώς νοιώθουμε, πώς έχετε ή θέλετε νά έχετε άλλη ψυχή άπό τή δική μας. Καί πάντα δέν τό παραδεχόμαστε. Η δική μας θέλει τήν ύπαρξη του έθνους, τή ζωή τού έθνους, τήν ένωση τού έθνους όλου σ' ένα κράτος, Κι ό,τι λέει ή ψυχή μας, αυτό είναι καί ή αλήθεια».

"Αν πιστεύη αλήθεια ό κ. Σκληρός, ότι πόλεμος είναι ζωή, όπως τό πιστεύω κι εγώ, αν θέλη κίνηση κι αγώνες, ας θυμηθή τό τί κίνηση κι αγώνες καί στρατιωτικούς καί πολιτικούς καί οικονομολογικούς χρειάστηκε νά κάμουν οί Ιταλοί προτού καταφέρουν τήν ένωση τους. "Έκεΐ θά βρή ομοιότητες. Οί "Ελληνες οί τωρινοί — Έλλαδίτες καί Τουρκομερί­τες — βρίσκονται στή θέση, όπου ήταν οί Ιταλοί πριν άπό τά 1868.

Δέν είναι εύκολο νά πείσης ένα έθνος.
Έγώ βλέπω τόσα πράγματα πού πρέπει νά γίνουν
καί νομίζω πώς τά βλέπουν καί οί άλλοι "Ελληνες
καί όμως αυτοί βλέπουν αλλιώς. 
Πώς νά τούς πείσω;
Χρειάζεται νά ξοδέψω μεγάλη ενέργεια
καί νά επιτύχω. "Αν είμαι δυνατός, θά τούς πείσω!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ομάδα του Κοινού Παρονομαστή δίνει την ευκαιρία στον καθένα να εκφραστεί ελεύθερα χωρίς ύβρεις και προσωπικές αντιπαραθέσεις
Οι απόψεις, θέσεις του συγγραφέα- αρθρογράφου δεν υιοθετούνται απαραίτητα από την συντακτική ομάδα του Κοινού Παρονομαστή
Σχόλια που δεν θα είναι σύμφωνα με το πνεύμα της ομάδος διαχείρισης δεν θα προβάλλονται
Ομάδα Κ.Π