Δεν θέλουμε ένα εθνικιστικό κίνημα όπου οι πολίτες θα αδιαφορούν η θα το παρακολουθούν έντρομοι
Και όταν δεν αδιαφορούν να το χρησιμοποιούν σύμφωνα με τις ανάγκες τους.
Θέλουμε ένα εθνικιστικό κίνημα που οι πολίτες θα το θαυμάζουν, θα συμμετέχουν, θα δημιουργούν και θα οραματίζονται ένα καλύτερο ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΥΡΙΟ μαζί μας

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Μορφές πολιτευμάτων - τά κόμματα


Συνεχίζοντας την ανάρτηση ιδεολογικών θεμάτων από το βιβλίο μας " η Ιδεολογία του Ενιαίου Εθνικιστικού Κινήματος -ΕΝΕΚ και που αποτέλεσαν μέρος από τα μαθήματα της έδρας της Ιδεολογίας της Σχολής Στελεχών (Σ.Σ.) του Κινήματος, περνάμε  στο δεύτερο μέρος του 8ου κεφαλαίου "ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΟΛΟΓΙΑ" με τις Μορφές πολιτευμάτων: Τα κόμματα  Θα ακολουθήσουν γ)Γενική εισαγωγή πρακτικής εφαρμογής και δ) Το κυρίως θέμα: Η Ελληνική Εθνεγερσία 

Μορφές πολιτευμάτων: Τα κόμματα
Ή θεωρητική Πολιτειολογία έκτο; από το γενικό φαινόμενο του Κράτους στήν ιστορική του εξέλιξη, μελέτα και τις ειδικές μορφές, που λαμβάνει κάθε φορά σ’ αυτήν. Αυτές οί ειδικές μορφές στο σύ­νολο τους αποτελούν τήν έννοια του πολιτεύματος.
Πολίτευμα είναι εκείνο τό σύστημα μέ τό όποιο σχημα­τίζεται, οργανώνεται και ασκείται ή κρατική εξουσία.
Τό σύστημα μέ τό όποιο σχηματίζεται ή κρατική εξουσία αποτελεί εκείνο πού ονομάζεται μορφή του πολιτεύματος. Ένώ τό σύστημα σύμφωνα μέ τό όποιο ασκείται ή κρατική εξουσία αποτελεί τις οργα­νωτικές βάσεις του πολιτεύματος. Δύο, λοιπόν, είναι τά στοιχεία πού αποτελούν ενα πολίτευμα: ή μορφή του και οί οργανωτικές του τά­σεις.
Η μορφή ενός πολιτεύματος μελετάται ανάλογα μέ τό κριτήριο που τίθεται γιά τήν διάκριση του από άλλα πολιτεύματα. Ετσι μπορούν νά υπάρξουν διάφορα κριτήρια γιά τήν διάκριση των πολι­τευμάτων.

"Ενα κριτήριο Είναι ό τρόπος ασκήσεως της εξουσίας πού πρώτος τό χρησιμοποίησε ο Ηρόδοτος {ίσως ο Αριστοτέλης}, Σύμφωνα με αυτό υπάρχουν τρία δίκαια πολιτεύματα: ή μο­ναρχία, ή αριστοκρατία και ή δημοκρατία και τρία άδικα: ή τυραννί­δα, ή ολιγαρχία και ή όχλοκρατία.
Τά τρία πρώτα εξυπηρετούν τό σύνολο. Τα άλλα τρία εξυπηρε­τούν εγωιστικά συμφέροντα.
"Ενα δεύτερο κριτήριο επίσης πολύ σπουδαίο είναι ή αριθμητική σύνθεση του ανωτάτου οργάνου του Κράτους.
Σύμφωνα μ’ αυτό υπάρχουν δύο μορφές πολιτευμάτων:

Τά μονοκρατορικά, αυτά δηλαδή, όπου τό ανώτατο όργανο είναι ενα φυσικό πρόσωπο, και τά πλειονοκρατορικά, Όπου τό ανώτατο όργανο αποτελείται από περισσότερα του ενός πρόσωπα.
Τά πλειονοκρατικά χωρίζονται σε όλιγοκρατικά και δημοκρατικά. Στά όλιγοκρατικά τό ανώτατο όργανο αποτελείται από μερικά πρό­σωπα και στά δημοκρατικά από τό σύνολο των πολιτών. Την άποψη αύτή πρώτος διετύπωσε ό Αριστοτέλης και ανέλυσε ό Μακιαβέλι.
Η ανάλυση τών κριτηρίων αυτών, γιά την διάκριση τών μορφών
του πολιτεύματος, με την βοήθεια της επιλεκτικής μεθόδου αποδει­κνύεται ότι είναι κριτήρια δευτερεύοντα και όχι πρωτεύοντα.

Τη Θεωρητική ανάλυση της γενικής εννοίας του Κράτους έδωσε τό πολύ σπουδαίο συμπέρασμα Ότι ό νομικός τρόπος οργανώσεως του συλλογικού ανθρώπου βασίζεται πάνω σε μία καθοριστική γιά την μορφή του κοινωνικού συνόλου μειονότητα πού ονομάζεται ηγουμένη μειοψηφία.
Αυτή αποτελεί τό βασικό κέντρο λήψεως τών αποφάσεων. Ή φύση της καθορίζεται άπο τό στάδιο του κύκλου τής ιστορικής της υπάρξεως. Μόνο ό τρόπος παραμονής και διακινήσεως της στήν εξουσία καθορίζεται από τό πολίτευμα. Ετσι ό τρόπος με τον όποιον άσκεί τήν εξουσία εξαρτάται από τό ιστορικό της στάδιο.

Μία ηγουμένη μειοψηφία πού βρίσκεται στο στάδιο τής ανόδου και συνδέεται άμεσα με τό μαζικό της υπόβαθρο μπορεί νά χρησιμο­ποιήσει οποιαδήποτε μορφή πολιτεύματος, αλλά πάντα προς όφελος του συνόλου. Στην αντίθετη περίπτωση οποιαδήποτε μορφή πολιτεύματος θά αποτελεί παρέκλιση γιατί τό κριτήριο του τρόπου ασκήσεως της εξουσίας είναι δευτερεύον γιά τό καθορισμό των μορφών του πολιτεύματος.Αλλά και ή αριθμητική σύνθεση του ανωτάτου οργάνου είναι δευτερεύον κριτήριο.
Είναι δυνατόν σάν ανώτατο Όργανο της πολιτείας νά χρησιμο­ποιείται ενα ή περισσότερα φυσικό πρόσωπα. Αυτό εξαρτάται άπό τις δεδομένες ιστορικές συνθήκες τις όποιες αντιμετωπίζει ή ηγου­μένη μειοψηφία της κορυφής.
Έτσι εΐναι δυνατόν νά κηρύσση ι δικτατορία σέ περιόδους ανόδου μέ σκοπό νά εκβιάσει τό μαζικό υπόβαθρο νά αφομοιώσει καινούργια δεδομένα ή νά επιταχύνει τους ρυθμούς αναπτύξεως σ’ ώρισμένους τομείς.
Είναι δυνατόν νά κηρύσση δικτατορία και σέ περιόδους καταρρεύσεως μέ σκοπό όμως διαφορετικό αυτή τήν φορά, νά συγκρατήσει άς πούμε τά διαλυτικά ρεύματα του μαζικού υποβάθρου.

Είναι δυνατόν μία ηγουμένη μειοψηφία νά χρησιμοποιεί τό πολί­τευμα τής δημοκρατίας σέ περιόδους ανόδου με σκοπό τήν ενεργη­τικότερη συμμετοχή του λαού στά δημόσια πράγματα, ενώ ή δημο­κρατία σέ περιόδους καταρρεύσεως, πού σημαίνει ότι ή ηγουμένη μειοψηφία είναι έρμαιο πιά των διαλυτικών ρευμάτων του μαζικού υποβάθρου. Βέβαια μέ τήν γιγαντιαία ανάπτυξη τών Κρατών και των τεχνολογικών δεδομένων μία άμεση τοποθέτηση του Λαού στο πλευρό τής ηγουμένης μειοψηφίας είναι σήμερα αδύνατη» και χρησιμοποιείται μόνο έμμεσα, π.χ. μέ δημοψήφισμα.

Εκείνο πού έχει σημασία όμως εδώ είναι νά τονισθή ότι σέ οποια­δήποτε μορφή πολιτεύματος ή ηγουμένη μειοψηφία κρατεί πάντοτε τις διευθυντικές θέσεις κλειδιά πού καθορίζουν τήν διοικητική λει­τουργία, τά βασικά κέντρα διακινήσεως τών αποφάσεων του ανω­τάτου οργάνου.
Παραστατικά παραδείγματα αύτου του γεγονότος βρίσκονται τό­σο στο σημερινό κοινοβουλευτισμό μέ τά μέσα διαμορφώσεως τής κοινής γνώμης, τά κέντρα τών τεχνολογικοοικονομικών αποφάσεων, και τά στρατιωτικοτεχνολογικά συμπλέγματα, όσο και στην αρχαία Αθήνα, όπου ή ηγουμένη μειοψηφία κρατούσε πάντα, από την εποχή του Σόλωνος, τις θέσεις τής στρατιωτικής διοικήσεως και τά κέντρα αποφάσεως τής οικονομίας και τών «χορηγιών».
Ως εκ τούτου και τό κριτήριο τής αριθμητικής συνθέσεως του ανωτάτου οργάνου ώς καθοριστικού τής μορφής του πολιτεύματος είναι δευτερεύον, και όχι πρωτεύον, όπως θέλει ή σύγχρονη ιδεαλι­στική πολιτειολογία.

Ή Επιλεκτική θεωρητική Πολιτειολογία ώς κριτήριο γιά τό σύ­στημα πού σχηματίζει και οργανώνει τήν κρατική εξουσία, δηλαδή την μορφή του πολιτεύματος, παίρνει άπλα τό κριτήριο του τρόπου σχηματισμού και οργανώσεως τής κρατικής εξουσίας. Δηλαδή κρι­τήριο εδώ γίνεται ό τρόπος αναδείξεως ή συγκροτήσεως τών σπου­δαιότερων οργάνων πού ασκούν την κρατική εξουσία. Κοινή βάση οποιουδήποτε πολιτεύματος είναι ή ύπαρξη, οργάνων, διαρθρωμέ­νων ανάλογα μέσα στο κοινωνικό σώμα, πού ασκούν εξουσία- Ση­μασία έχει νά μάθουμε πώς δημιουργούνται αυτά τά όργανα και μά­λιστα τά ανώτερα.
Ή ιστορία μας παρουσιάζει ενα πλήθος μεθόδων πού με τήν βοή­θεια τους ή ηγουμένη μειοψηφία οργανώνει τό Κρατικό σώμα.

πρώτη είναι ή κληρονομική. Σ' αυτή ένα και μόνο φυσικό πρό­σωπο φαίνεται ώς ανώτατο όργανο, πού καταλαμβάνει αυτήν τήν θέση κληρονομικώ δικαιώματι όποτε αυτό τό πολίτευμα ονομάζεται απόλυτος μοναρχία. 'Εάν οί αρμοδιότητες του περιορίζονται από ενα συμβούλιο, ή μία Γερουσία τότε τό πολίτευμα είναι συνταγματική μοναρχία. Είναι δυνατόν ή κληρονομική αρχή νά έφαρμοσθή σε όργανα, που αποτελούνται από περισσότερα τού ενός φυσικά πρό­σωπα οπότε έχουμε κληρονομική ολιγαρχία πού μπορεί νά λάβει τήν μορφή τής στρατιωτικής, τής οικονομικής, ή τής πολιτικής ολιγαρ­χίας. Πάντως και τά συλλογικά αυτά όργανα προωθούνται κληρονο­μικώ δικαιώματι.

Ή δεύτερη μέθοδος είναι ή αυθαίρετη. Κατ’ αυτή ώς ανώτατο όργανο γίνεται ένα μόνο φυσικό πρόσωπο χωρίς καμμιά διαδικασία. Είναι όμως δυνατόν νά καταληφθή ή εξουσία αυθαιρέτως και από περισσότερα του ενός φυσικά πρόσωπα, τό όργανο δηλαδή νά είναι συλλογικό. Στή μία περίπτωση θά έχουμε ατομική, στην άλλη συλλο­γική Δικτατορία. Φιλοσοφικά βέβαια δεν υπάρχει τίποτε αυθαίρετο και όπως ή Φιλοσοφία τής Ιστορίας αποδεικνύει, είναι αδύνατον νά ξεχωρισθή ό ρόλος τής προσωπικότητος από τον ρόλο της μάζας.
Στήν προσωπικότητα συνυπάρχουν ίστορικοφυλετικές δυνάμεις πού τήν προωθούν στο πολιτικό ηγετικό προσκήνιο. Χωρίς αυτές θά ήταν αδύνατο νά υπάρξει. Άρα τό αυθαίρετο εδώ εχει τήν έννοια του τυπικά αυθαιρέτου και όχι του ουσιαστικά αυθαιρέτου. Πάνω σ’ αυτό ακριβώς στηρίζεται και ή νομική αντίληψη, Οτι επανάσταση πού επικρατεί δημιουργεί Δίκαιο.

Ώς τρίτη μέθοδος έρχεται ή τυχαία. Αυτή στηρίζεται στή συγκρό­τηση του ανωτάτου ή τών ανωτάτων οργάνων διά κληρώσεως. Αν οι πολίτες πού εγκρίνονται γιά μία τέτοια μέθοδο πρέπει νά έκπληρούν έναν όρο, νά είναι ας πούμε μορφωμένοι πάνω από τό μέσον όρο, έχουμε κληρωτή ολιγαρχία. Αν όλοι οί πολίτες είναι ικανοί γιά κλή­ρωση χωρίς εξαίρεση έχουμε κληρωτή Δημοκρατία. Ό παράγων τύχη όμως ουδέποτε επηρέαζε τήν κρατική διάρθρωση. Τά βασικά κέντρα τής πολιτειακής δυνάμεως ή ηγουμένη μειοψηφία τά κρατούσε μακρυά από τό κλήρο. Αντιθέτως, μ’ αυτόν τον τρόπο συνέδεε πολύ πιο στενά τό μαζικό υπόβαθρο μέ τον κρατικό μηχανισμό, με τά δε­δομένα τής εποχής πάντα. Ή μέθοδος αυτή εφαρμόσθηκε στήν Αρχαία Αθήνα, στήν άμεση Δημοκρατία.

Ή τέταρτη μέθοδος είναι ή μέθοδος τής ψηφοφορίας. Ή μέθο­δος αυτή στηρίζεται στήν εκλογή του ανωτάτου ή τών ανωτάτων οργάνων στή ψηφοφορία τών πολιτών.
Αν δυνατότητα νά εκλεγούν έχουν μόνο ώρισμένοι πολίτες έχουμε εκλογική ολιγαρχία Όπως ήταν ή Σολώνειος.
Αν έχουν όλοι οί πολίτες, τουλάχιστον θεωρητικά, έχουμε εκλο­γική Δημοκρατία. Και πάλι, στήν περίπτωση αυτή, ή ηγουμένη μειο­ψηφία μέσα από μία ποικιλία μεθόδων εχει τήν δυνατότητα νά κα­τευθύνει τήν εκλογική διαδικασία μέσα σέ συγκεκριμένα πλαίσια —Όχι γραμμή— με τον λόγο, τά μέσα ενημερώσεως κ.λπ. πράγματα, βέ­βαια, πού απαιτούν οικονομική δύναμη και κατάρτιση.
Γι’ αυτόν τον λόγο ή ηγουμένη μειοψηφία σ' αυτές τις περιπέ­σεις κρατεί πάντα τά κέντρα προσπελάσεως τών οργάνων και τών στοιχείων της παραγωγικής διαδικασίας, ενώ ή ϊδια μένει μακρυά από τήν πολιτική διαδικασία.

Τέλος, ή πέμπτη μέθοδος είναι ή μέθοδος τής αξιοκρατίας.
Ή αξιοκρατική μέθοδος στηρίζεται στήν προώθηση στο ανώτατο ή στά ανώτατα όργανα του Κράτους ενός ή περισσοτέρων φυσικών προσώπων, με βάση ώρισμένα αντικειμενικά κριτήρια, πού έχουν τήν θέση του εσωτερικού κανονισμού, γιά τό συγκεκριμένο όργανο.
Αντικειμενικά κριτήρια σημαίνει ενα σύνολο όρων πού καθορί­ζουν τις ικανότητες πού πρέπει νά πληροί, ώς απαραίτητες προϋ­ποθέσεις, εκείνος πού θά προωθηθή σε μία συγκεκριμένη θέση.
Είναι ό πιο δύσκολος τρόπος σχηματισμού και οργανώσεως τής κρατικής εξουσίας και παρατηρείται στις περιόδους ανόδου μόνο μιας ηγουμένης μειοψηφίας, σε εποχές μεγάλης αύτοπεποιθήσεως και ρωμαλεότητος σε στιγμές υψηλής δημιουργικότητος, αφού ένα τέτοιο σύστημα παραμερίζει τά τεχνικά κατασκευάσματα τής κληρο­νομιάς, τής αυθαιρεσίας, τής τύχης και τής εκλογής και στρέφεται σ’ αυτή τήν ίδια τήν αξία του ανθρώπου, στήν ενεργό αυτοδύναμο προβολή του και τήν ακτινοβολία του.

Κάτι τέτοιο προϋποθέτει υψηλό επίπεδο συνειδητοποιήσεως και μεγάλο αίσθημα καθήκοντος έκ μέρους όλης τής ηγουμένης μειοψη­φίας, πράγμα πού παρατηρείται Όπως είπαμε στις περιόδους τής ανοδικής πορείας της. Αυτό είναι τό περιεχόμενο του περίφημου γνωμικού του Μάρκου Μπότσαρη: «τον στρατηγό δεν τον κάνουν τά χαρτιά. Ό στρατηγός γίνεται στή μάχη».
Ή αξιοκρατία προϋποθέτει τήν αναγνώριση δηλαδή τήν κατα­νόηση. Ότι οί αντικειμενικοί Όροι πού πρέπει νά εκπληρώνονται αναγκαστικά, υπάρχουν στά στοιχεία τής ενεργού προσωπικότητας με τά όποια αυτοί οί Όροι ταυτίζονται.
Ή μέθοδος τής αξιοκρατίας προβάλλει πάντα στο πολιτικό προ­σκήνιο αυτή τήν ίδια τήν ηγουμένη μειοψηφία και ποτέ όργανα της ή έξηρτημένες άπ’ αυτή ομάδες ή πρόσωπα. Γι' αυτό και σ’ αυτή τήν πε­ρίπτωση τά ανώτατα όργανα του Κράτους είναι πάντα συλλογικά.

Διακρίνονται όμως από τήν ιεράρχηση τής ευθύνης και τήν προβολή τής προσωπικότητος. Ή εφαρμογή τής αξιοκρατίας αρχίζει νά κάμ­πτεται από τήν στιγμή πού ή ηγουμένη μειοψηφία αρχίζει νά ξεκόβει από τό ενεργό μαζικό της υπόστρωμα, όποτε και αναζητεί άλλες με­θόδους γιά τήν διατήρηση της.
"Ωστε τό πρωτεύον κριτήριο γιά τήν διάκριση τών συστημάτων με τά όποια σχηματίζεται και όργανοΰται ή κρατική εξουσία είναι ό τρόπος με τον όποιο αναδεικνύονται τά ανώτατα όργανα, ό τρόπος σχηματισμού και οργανώσεως τής κρατικής εξουσίας στήν κυριολε­ξία.

Τά άλλα δύο κριτήρια, ό τρόπος άσκήσεως τής εξουσίας πού εχει υιοθετηθεί από τούς μαρξιστές και ή αριθμητική σύνθεση του κυ­ριάρχου οργάνου πού εχει υιοθετηθεί από τήν σύγχρονη ιδεαλιστική πολιτειολογία εΐναι μόνο δευτερεύοντα κριτήρια, όχι πρωτεύοντα. Μέ τήν βοήθεια τους και με βάση τό πρωτεύον κριτήριο μπορεί νά γί­νει ή παρακάτω ταξινόμηση τών σπουδαιότερων μορφών πολιτεύ­ματος.
Μέ τήν κληρονομική μέθοδο έχουμε έτσι μοναρχία και ολιγαρχία. Ή κληρονομική μοναρχία διαιρείται σέ απόλυτη και συνταγματική. Ή ολιγαρχία σε πολιτική (ή κομματική), σε στρατιωτική, σε οικονο­μική και σέ σύνθετη.

Μέ τήν αυθαίρετη μέθοδο έχομε προσωπική Δικτατορία και συλλογική Δικτατορία. Τό διακριτικό σημείο τής προσωπικής Δικτα­τορίας εΐναι ότι δεν εχει διάδοχο κατάσταση. Ή συλλογική Δικτα­τορία διακρίνεται σέ δικτατορία κομματική (ή πολιτική), σε οικονο­μική, σέ στρατιωτική ή σύνθετη.
Μέ τήν τυχαία μέθοδο έχομε ολιγαρχία και άμεση Δημοκρατία. Ή κληρωτή ολιγαρχία διακρίνεται σέ οικονομική, πολιτική, στρα­τιωτική, ή σύνθετη. Ή άμεση Δημοκρατία διακρίνεται σε μικτή. Όταν ακολουθούνται παραλλήλως και άλλοι μέθοδοι εκλογής, και σε άπλή όταν γιά όλα τά Οργανα ή μέθοδος εκλογής εΐναι ή μέθοδος τού κλή­ρου.

Μέ τήν μέθοδο της ψηφοφορίας καθιεροΰται τό αντιπροσω­πευτικό -σύστημα. Διακρίνεται σέ κομματική αντιπροσώπευση και σε ολιγαρχική αντιπροσώπευση.
Ή κομματική αντιπροσώπευση διακρίνεται σε Βασιλευομένη, σε Προεδρική και σε Κοινοβουλευτική. Ή ολιγαρχική αντιπροσώπευση σέ κομματική ή μονοκομματική αντιπροσώπευση, σε επαγγελματική αντιπροσώπευση και σέ σύνθετη αντιπροσώπευση.
Τέλος, ή πέμπτη μέθοδος δεν υποδιαιρείται περαιτέρω σέ κλά­δους. Εΐναι, ως προς τήν μορφή, ενιαία και αδιαίρετη. Αυτή ή μορφή μπορεί νά πάρει τό όνομα πολιτική ή Λαϊκή Αριστοκρατία (ό άριστος τής πολιτείας).
Τό δεύτερο στοιχείο πού χαρακτηρίζει ενα πολίτευμα είναι οί οργανωτικές του βάσεις, δηλαδή τό σύστημα με τό όποιο ασκείται ή εξουσία. Ακόμη πιο άπλα τό σύστημα σύμφωνα με το όποιο εκδηλώνονται οί βασικές λειτουργίες τού Κράτους.
Ποιες είναι όμως αυτές οί βασικές λειτουργίες τής Κρατικής εξουσίας;
Σέ γενικές γραμμές γιά όλες τις ιδεαλιστικές ή μαρξιστικές πολιτειολογίες αύτέςοί λειτουργίες είναι τρεις:

Ή νομοθετική, ή εκτελεστική και ή δικαστική.
Οί σύγχρονες όμως ανάγκες απέδειξαν Οτι αντικειμενικά, μέσα στο Κράτος, εκτυλίσσεται και μία τετάρτη λειτουργία: ή κυβερνητική.
Φυσικά μία τέτοια λειτουργία υπήρχε ανέκαθεν μέαα στον κρατικό οργανισμό, γιατί ή ύπαρξη τών λειτουργιών δεν εξαρτάται από τήν θέληση του Κράτους αλλά υπάρχει αντικειμενικά, οτηρίζεται στήν ϊδια τήν Φικτη του. Ή διαφορά βρίσκεται στο γεγονός Οτι ένώ οί άλλες λειτουργίες είχαν αναφανεί ξεκάθαρα μέσα σ’ οποιοδήποτε πο­λίτευμα καίεΐχαν μελετηθεί, ή κυβερνητική λειτουργία ώς λειτουργία έλεγχου όλων τών άλλων λειτουργιών ήταν κατά βάση προσδεδεμένη μέ την εκτελεστική λειτουργία, και μόλις τά νεώτερα χρόνια έγινε ευδιάκριτα ξεχωριστή άπ’ αυτή.

Έτσι, λοιπόν, μέσα σ' οποιοδήποτε Κράτος, οποιουδήποτε πολι­τεύματος, παρατηρούνται, ή λειτουργία τής θεσπίσεως κανόνων δι­καίου, ή λειτουργία τής εκτελέσεως και τής εφαρμογής αυτών τών κανόνων, ή λειτουργία τής απονομής τής δικαιοσύνης με τήν λύση τών διαφορών και τού ποινικού κολασμού καί, τέλος, ή λειτουργία έλεγχου τής λειτουργίας όλων τών άλλων λειτουργιών.
"Οπως ανεφέρθη αυτές οί λειτουργίες υπάρχουν αντικειμενικά μέσα στο Κράτος, όπως υπάρχει στον άνθρωπο ή λειτουργία τής πέψεως, τής κυκλοφορίας κ.λπ. Ή διαφορά, όμως, από πολίτευμα σέ πολίτευμα υπάρχει στο σύστημα που κάθε μία άπ' αυτές τις λειτουρ­γίες ανατίθεται σέ ιδιαίτερη ομάδα οργάνων.
"Οταν ένα όργανο, πού αποτελείται από ένα ή περισσότερα φυ­σικά πρόσωπα, αναλαμβάνει μία άπ’ αυτές τις λειτουργίες, τότε σχη­ματίζεται ή έννοια τής 'Εξουσίας. Άρα κρατική εξουσία υπάρχει όταν ένα Όργανο τού Κράτους αναλαμβάνει μία από τις λειτουργίες του. Έτσι αν δεχθούμε ότι υπάρχουν τρεις λειτουργίες και τά όργανα πού θά τις αναλάβουν θά εΐναι τρία, έχομε αμέσως τρεις, εξουσίες:

Τήν νομοθετική, τήν εκτελεστική ή διοικητική και την δικαστική. Αντιστοίχως τό ιδιο συμβαίνει έάν δεχθούμε τέσσερις λειτουργίες.
Ή ιδεαλιστική πολιτειολογία δέχεται ότι τότε μόνον τό Κράτος είναι Κράτος και τότε μόνον εξασφαλίζει τήν δικαιοσύνη, όταν αυτές οί τρεις εξουσίες διακρίνονται μεταξύ τους, Όταν ή δηλαδή την κάθε λειτουργία τήν έχει αναλάβει ένα ξεχωριστό όργανο. Αυτή είναι ή αρχή τής διακρίσεως τών εξουσιών.
Ή μαρξιστική πολιτειολογία από τό άλλο μέρος δέχεται ότι δεν έχει σημασία ή διάκριση τών εξουσιών, αλλά ποιά οικονομική τάξη κατέχει αυτές τις εξουσίες.
Γιά τήν Επιλεκτική Θεωρητική Πολιτειολογία και οί δύο θεωρίες ξεφεύγουν από τήν ϊδια τήν ίστορκή πραγματικότητα, θέλοντας νά συμβιβασθούν μ΄ αυτήν έρχονται σ' αντίφαση μέ τό φιλοσοφικό τους σύστημα.
Έτσι οί ιδεαλιστές ένώ στή φιλοσοφία τής ιστορίας ξεκόβουν τήν προσωπικότητα άπό τό μαζικό της υπόστρωμα, στήν Θεωρητική Πολιτειολογία αντιστρόφως κατεβάζουν τήν προσωπικότητα πάλι στο επίπεδο τό ατομικό.
Οί μαρξιστές άπό τό άλλο μέρος ένώ αφομοιώνουν σιή φιλοσο­φία τους τήν προσωπικότητα μέσα στις μάζες, στη θεωρητική Πολιτειολογία τους αντιφάσκουν αφού έρχονται νά μιλήσουν γιά τήν πολιτική πρωτοπορεία πού αναλαμβάνει νά διοικήσει και νά λειτουργήσει τό Κράτος.

Οί αντιφάσεις αυτές και στα δύο ρεύματα προέρχονται άπό τό γεγονός  ότι δέν κατορθώνουν νά συνδέσουν οργανικά τήν μάζα μέ
τήν προσωπικότητα. Οί συνδέσεις τους εΐναι τεχνητές και αντιϊστορικές.
Γιά τήν Επιλεκτική Θεωρητική Πολιτειολογία η διάκριση τών εξουσιών εξαρτάται άπό τις ιστορικές συνθήκες, τον κύκλο ύπάρξεως μιας ηγουμένης μειοψηφίας και τών ιδιαιτέρων περιστάσεων πού αντιμετώπιζα. 'Οποιαδήποτε μορφή πολιτεύματος μπορεί νά έχει διακεκριμένες εξουσίες, δηλαδή ξεχωριστά όργανα πού ασκούν μία ώρισμένη λειτουργία, μπορεί καϊ οχι.
Έτσι ύπάρχουν ολιγαρχικά πολιτεύματα μέ διακεκριμένες εξου­σίες Οπως —τό κλασσικό παράδειγμα— τό Σολώνειο πολίτευμα, και ολιγαρχικά, πού δέν έχουν διακεκριμένες εξουσίες.  Υπάρχουν αντι­προσωπευτική πολιτετιματα, πού έχουν διακεκριμένες εξουσίες Οπως στις Η. Π. Α., και αντιπροσωπευτικά όπου τουλάχιστον ή νομοθετική και ή εκτελεστική εξουσία δέν εΐναι διακεκριμένες όπως στά κοινο­βουλευτικά συστήματα, Οπου ή κυβέρνηση εξαρτάται άπό τήν θέληση τής Βουλής.

Ή Ιδεαλιστική Θεωρητική Πολιτειολογία βλέπει ώρισμένους τύ­πους πολιτευμάτων, ένώ ή Μαρξιστική Θεωρητική Πολιτειολογία τά ενοποιεί όλα, μέ ένα κοινό παρανομαστή, σέ έναν και μόνο τύπο. Στήν πραγματικότητα δέν υπάρχει τίποτε απ’ αυτά. Υπάρχουν αντι­θέτως, ποικιλίες φασμάτων άπό πολιτεύματα, πού εΐναι δύσκολο νά ξεχωρισθή τό ένα άπό τό άλλο.
Στήν Βυζαντινή Αυτοκρατορία π.χ. ή κλασσική άποψη είναι Οτι πρόκειται περί Μοναρχικού πολιτεύματος. Έξω άπό τό γεγονός, όμως, Οτι δέν υπάρχει σ’ όλη τήν γραμμή ενιαία μέθοδος αναδείξεως τοΰ ανωτάτου άρχοντος, υπάρχει ένα φάσμα πολιτικών ρευμάτων τά όποια διακρίνονται άπό τό συνδυασμό τών ομάδων πού καθόρι­ζαν, κάθε φορά τά πολιτικά πράγματα. Οικονομικές ομάδες, θρη­σκευτικές ομάδες, στρατιωτικές ομάδες κ.λπ.
Έτσι γιά τήν Επιλεκτική Θεωρητική Πολιτειολογία ή λειτουργία πού δείχνει τήν θέση τής εκάστοτε ηγουμένης μειοψηφίας σέ κάθε μορφής πολίτευμα εΐναι ή λειτουργία τής Κυβερνητικής, ή λειτουργία δηλαδή έλεγχου τής λειτουργίας όλων τών άλλων λειτουργιών. Ή λειτουργία αυτή μπορεί νά ταυτίζεται μέ μία από τις άλλες τρεις λει­τουργίες, μπορεί νά ταυτίζεται και με τρεις μαζί και μπορεί νά είναι και εντελώς ξεχωριστή.

Ετσι στο αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό σύστημα ή κυβερ­νητική λειτουργία βρίσκεται στο σύνολο εκείνων τών οικονομικών παραγόντων πού ελέγχουν τά κέντρα προσπελάσεως τών παραγω­γικών οργάνων στήν αγορά και καθορίζουν έμμεσα τήν κυβερνητική πολιτική, άλλά και τήν κοινή γνώμη.
Ή Κυβερνητική όμως ώς εξουσία, ώς λειτουργία δηλαδή (ορι­σμένου οργάνου κατοχυρωμένου νομικά, μόλις τά τελευταία χρόνια άρχισε νά εμφανίζεται πάλι σάν ανάγκη, χωρίς ακόμη δυνατότητα εφαρμογής. Μέχρι σήμερα ή Κυβερνητική ώς εξουσία ήταν αδιόρατη μιας και βρισκόταν συνδεδεμένη στενά μέ τήν μία ή τήν άλλη εξουσία.

Ή εμφάνιση τής ανάγκης τής διακρίσεως τής Κυβερνητικής από τις άλλες εξουσίες σημαίνει ότι ή εποχή αντιμετωπίζει μία κρίση, μία κρίση πού αρχίζει νά φέρνει στο προσκήνιο μία ανάγκη διάφορε-τική άλλά στενά συνδεδεμένη με τήν πρώτη: τήν ανάγκη τής εμφανί­σεως καινούργιων ιστορικών δυνάμεων.
Ετσι κάνει τήν εμφάνιση του ένα πολύ σπουδαίο πρόβλημα: Ή σύνδεση, ιστορικά, τής κυβερνητικής λειτουργίας με τό φαινόμενο τής πάλης τών ηγουμένων μειοψηφιών. Γιά νά καθορισθη αυτό πρέπει προηγουμένως ν’ άναλυθή ή έννοια τής πολιτικής πρωτοπορείας, πού στήν εποχή μας έχει πάρει τήν ονομασία του πολιτικού κόμμα­τος.
Πολιτικές πρωτοπορεΐες υπάρχουν ανέκαθεν σ’ οποιαδήποτε μορφή πολιτεύματος, κάτω άπ’ οποιοδήποτε καθεστώς.
Είναι πέρα γιά πέρα άντιϊστορική και άντιπραγματιστική ή άποψη, πού υποστηρίζει τήν ανυπαρξία πολιτικών ρευμάτων στή νομική δομή ενός, ας πούμε, μοναρχικού καθεστώτος.
Ετσι στή Βυζαντινή αυτοκρατορία παρατηρούνται πολιτικό ρεύματα καθοριστικά τής πολιτικής μορφής του Κράτους πού ξεπηδούν μέσα άπό τον Στρατό, τήν Εκκλησία, τούς γαιοκτήμονες ή τήν διοικητική ύπαλληλία.

Τι εκφράζει, Ομως, μία πολιτική πρωτοπορεία; Ποια είναι ή φύση ενός πολιτικού ρεύματος;
Αυτό καθορίζεται άπό τό είδος του πού είναι συνάρτηση τών γενικωτέρων ιστορικών συνθηκών. Ύπάρχουν τρία βασικά είδη πολιτι­κών πρωτοπορειών, πολιτικών κομμάτων: τά προσωπικά, τά κοινω­νικά και τά κοσμοθεωρητικά.
Τά προσωπικά είναι πολιτικές ομάδες πού καθοδηγούνται και εξυπηρετούν ένα μόνο πρόσωπο. Ή εμφάνιση τους είναι άμεση συν­άρτηση εποχών κρίσεως, πού μπορεί νά εΐναι εποχές διαλύσεως μιάς κοινωνίας, ή προάγγελοι μιάς καινούργιας δυναμικής περιόδου.
Τά κοινωνικό ή ταξικά εΐναι πολιτικές ομάδες πού εξυπηρετούν ώρισμένες κοινωνικές τάξεις, ονομάζονται δέ κόμματα αρχών. Στήν πραγματικότητα αποτελούν ιστορικές εκφράσεις του κοινωνικού σώ­ματος. Ή εμφάνιση τους συναρτάται άμεσα μέ εποχές όπου μία ηγουμένη μειοψηφία αποκόπτεται άπό τό μαζικό της υπόβαθρο και τοποθετείται πίσω άπό τά πολιτικά πράγματα, προσπαθώντας να τά καθορίσει έμμεσα, κρατώντας γιά τον εαυτόν της τά κέντρα προσπε­λάσεις τών οργάνων τής παραγωγής και τά κέντρα διαμορφώσεως τής κοινής γνώμης.

Αρα αυτού του είδους οί πολιτικές ομάδες, άσχετα μέ τις ίδιαίτερες πολιτικές τους διαφορές, άποτελούν απλή πολιτική προέκταση τής ηγουμένης μειοψηφίας.
Ή κυβερνητική σ’ αυτές τις περιπτώσεις ώς λειτουργία άναπτύσσεται παράλληλα και μέσα στις άλλες λειτουργίες του Κρατικού οργανισμού. Ώς εξουσία όμως δέν εμφανίζεται μιας και δέν κατοχυ­ρώνεται νομικά σ* ένα συγκεκριμένο κρατικό όργανο. Αυτό εΐναι πέ­ρα γιά πέρα λογικό αφού ή ηγουμένη μειοψηφία βρίσκεται πίσω άπό τά πολιτικά πράγματα και ποτέ δέν προβάλλει, σ’ αυτές τις περιπτώ­σεις, μέσα σ' αύτά.

Τέλος, τά κοσμοθεωρητικά κόμματα, αυτά τά όποια πραγματικά μπορούν νά ονομασθούν πολιτικές πρωτοπορεΐες, εΐναι πολιτικές ομάδες πού δέν εξυπηρετούν στενά συμφέροντα, άλλά εΐναι πολιτικά κινήματα μέ ευρείες προοπτικές. Χαρακτηρίζονται άπό μία συγκε­κριμένη φιλοσοφικοϊδεαλιστική βάση, μία πλατύτερη από τον φυλε­τικό τους χώρο συγκεκριμένη Ιστορική προοπτική και εΐναι φορείς του ίστορικοφυλετικά καινοχιργιου, δηλαδή μιας ανερχομένης ήγου-μένης μειοψηφίας προς τήν οποία και ταυτίζονται. Σ’ αυτήν τήν πε­ρίπτωση ή κυβερνητική λειτουργία μετατρέπεται σέ εξουσία, άφοΰ ή ηγουμένη μειοψηφία πού είναι ό ουσιαστικός φυσικός της φορέας προβάλλεται άμεσα στο πολιτικό προσκήνιο, πολιτική πρωτοπορεία.

Βέβαια αυτό πού πρέπει νά τονισθη εδώ είναι ότι αυτοί οί τρεις τύποι πολιτικών κομμάτων εΐναι στήν πραγματικότητα ακραίοι. Ανά­μεσα τους αναπτύσσεται ενα φάσμα συνθέτων τύπων πού εξαρτάται από τήν θέση μιας ηγουμένης μειοψηφίας στον ιστορικό κύκλο τής υπάρξεως της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ομάδα του Κοινού Παρονομαστή δίνει την ευκαιρία στον καθένα να εκφραστεί ελεύθερα χωρίς ύβρεις και προσωπικές αντιπαραθέσεις
Οι απόψεις, θέσεις του συγγραφέα- αρθρογράφου δεν υιοθετούνται απαραίτητα από την συντακτική ομάδα του Κοινού Παρονομαστή
Σχόλια που δεν θα είναι σύμφωνα με το πνεύμα της ομάδος διαχείρισης δεν θα προβάλλονται
Ομάδα Κ.Π